συνεπ-αιτιάομαι,
A. accuse also ofa thing, Μηδισμοῦ ξ. καὶ τὸν Θεμιστοκλέα
Th. 1.135
; Λακωνισμοῦ ς. τινάς
Plu. Per. 10
: abs., Id. Them. 23 .
accuse also of
συνεπ-αιτιάομαι,
A. accuse also ofa thing, Μηδισμοῦ ξ. καὶ τὸν Θεμιστοκλέα
Th. 1.135
; Λακωνισμοῦ ς. τινάς
Plu. Per. 10
: abs., Id. Them. 23 .