συνεπι-σκοποῦμαι
Gal. 6.256 , 10.662 , 2.681 :—
A. join in examining, examineorconsider together with, ἀλλά μοι τόδε συνεπίσκεψαι
Pl. Hp.Ma. 296b
; συνεπίσκεψαι μετ' ἐμοῦ
Id. Cra. 422c
; ἐκ τῶν ἀπορουμένων λόγων συνεπισκεψάμενοι
Arist. MM 1200b22
; συνεπισκοπεῖν καὶ τὰ ὑπ' ἐκείνου λεχθέντα
Str. 8.3.23
; ταῦτα συνεπισκόπει καὶ αὐτός
Plu. 2.83e
, cf. 714c ; συνεπισκέψασθε ᾗ . .
Pl. Ap. 27a
.