συνεράω(B),
A. love jointlyortogether with, σοὶ καὶ ξυνήρων
E. Andr. 223
; χρή σε . . μοι τὠραμένῳ συνερᾶν ἀδόλως σέθεν
Theoc. 29.32
; σύν μοι πῖνε, συνήβα, συνέρα
Scol. 22
, cf. Plu. Ages. 20 , Alex. 41 , Procop. Gaz. p.164
B. ;ἡ Συνερῶσα, play by Menander.
II.
Med. and Pass. , καλὸν δέ τ' ἐρασσαμένῳ συνερᾶσθαι
Bion Fr. 8.8
codd. (συναρέσθαιis prob. cj.);ὅσα συνηράσθησανwhatloves they had enjoyed together, D.C. 51.8 .