συνεφ-εδρεύω,
A. wait in reserve, of troops,τισι
Plb. 1.27.9 , cf. 7.16.5 .
II. watch closely, τῷ τῶν Ἀρδιαίων ἔθνει
Id. 2.12.2
; ς. τοῖς καιροῖς
Id. 31.8.6
.
wait in reserve
συνεφ-εδρεύω,
A. wait in reserve, of troops,τισι
Plb. 1.27.9 , cf. 7.16.5 .
II. watch closely, τῷ τῶν Ἀρδιαίων ἔθνει
Id. 2.12.2
; ς. τοῖς καιροῖς
Id. 31.8.6
.