συνεφίαζεν(leg.συνεφηβ-φεί-): "εἷα" (leg.εἷα)ἐκάλει, Hsch.
συνεφίαζεν
Gloss
συνεφίαζεν (leg. συνεφηβ-φεί- ): " εἷα " (leg. εἷα ) ἐκάλει , Hsch.
συνεφίαζεν (leg. συνεφηβ-φεί- ): " εἷα " (leg. εἷα ) ἐκάλει , Hsch.
συνεφίαζεν(leg.συνεφηβ-φεί-): "εἷα" (leg.εἷα)ἐκάλει, Hsch.