συνεφ-ίημι,
A. join in granting, συνεφίοντος κατὰ τὸ δάνειον καὶ συνομολογοῦντος Πυθοκρίτου
IG 12(5).872.75
(Tenos,iii B.C.).
join in granting
συνεφ-ίημι,
A. join in granting, συνεφίοντος κατὰ τὸ δάνειον καὶ συνομολογοῦντος Πυθοκρίτου
IG 12(5).872.75
(Tenos,iii B.C.).