συνήωρ,ἡ,
A.
= συνήορος , acc.συνήοραOrac. ap. Eun. VS p.465
B. ;ξυνάωρ: εὐναία δάμαρ . ., Hsch. ; gen.συνάορος, Suid.
συνήωρ , ἡ , = συνήορος , acc. συνήορα Orac. ap. Eun. VS p.465 B. ; ξυνάωρ: εὐναία δάμαρ . . , Hsch. ; gen. συνάορος , Suid.
συνήωρ,ἡ,
A.
= συνήορος , acc.συνήοραOrac. ap. Eun. VS p.465
B. ;ξυνάωρ: εὐναία δάμαρ . ., Hsch. ; gen.συνάορος, Suid.