συνθηρ-εύω,
A.
= συνθηράω , Pl. R. 451d ;ς. ὥσπερ κύνεςib. 466d .
2. catchorwin together, E. Fr. 981.5 :— Med. ,quest after, reach by efforts, ἃ δ' οὐ κεκτήμεθα, μίμησις . . ταῦτα συνθηρεύεται
Ar. Th. 156
.
3. catch hold of, gather up, φαίνεται τὸ λιπαρὸν . . τὰ κάρφη καὶ τὰ τοιαῦτα συνθηρεύειν
Diocl.Fr. 147
.