συνθνῄσκω,fut.
A.
-θᾰνοῦμαι
A. Ag. 1139
, Ch. 979 :—die withortogether, A. ll.cc., S. Tr. 720 , etc.: c. dat.,θανόντι συνθανεῖνib. 798 , Fr. 953 .
2. of things,συνθνῄσκουσα δὲ σποδός expiring with(the flames), A. Ag. 819 ;οὐ γὰρ ηὑσέβεια(cj. forἡ γὰρ εὐσέβεια) ς. βροτοῖς
S. Ph. 1443
; ἡ ποίησις οὐχὶ συντέθνηκέ μοι
Ar. Ra. 868
; cf.συναποθνῄσκω.