συνθολ-όω,
A. make muddy, metaph., τὴν γνώμην
Lib. Or. 18.286
:— Pass. , ψυχὴ μὴ ξυντεθολωμένη ὑπὸ τοῦ οἴνου
Philostr. VA 2.37
; ἐν ταῖς μέθαις καὶ ταῖς ἀπεψίαις πᾶς ἀτμὸς . . συντεθόλωται
Sor. 1.38
.
make muddy
συνθολ-όω,
A. make muddy, metaph., τὴν γνώμην
Lib. Or. 18.286
:— Pass. , ψυχὴ μὴ ξυντεθολωμένη ὑπὸ τοῦ οἴνου
Philostr. VA 2.37
; ἐν ταῖς μέθαις καὶ ταῖς ἀπεψίαις πᾶς ἀτμὸς . . συντεθόλωται
Sor. 1.38
.