συννέω(B), (νέωc)
A. pileorheap together, heap up, [τὰ ἀκόντια]ἐς
τοὺς θαλάμους συνένησε
Hdt. 1.34
;συννήσας πυρήνib. 86 , 7.107 :— Ion.
3 pl. pf.
Pass.
συννενέᾰται
Id. 2.135
, 4.62 ; τῶν νεκρῶν ὁμοῦ ἐπ' ἀλλήλοις ξυννενημένων
Th. 7.87
.
pile
συννέω(B), (νέωc)
A. pileorheap together, heap up, [τὰ ἀκόντια]ἐς
τοὺς θαλάμους συνένησε
Hdt. 1.34
;συννήσας πυρήνib. 86 , 7.107 :— Ion.
3 pl. pf.
Pass.
συννενέᾰται
Id. 2.135
, 4.62 ; τῶν νεκρῶν ὁμοῦ ἐπ' ἀλλήλοις ξυννενημένων
Th. 7.87
.