συνοπᾱδός,όν, Ion.
συνοξ-ηδός,
A. following along with, accompanying, τοῖς ἀνθρώποις
Pl. Sph. 216b
; ψυχὴ θεῷ ς. γενομένη
Id. Phdr. 248c
; ξείνῳ ς. A.R. 4.745 ; ὄνειαρ ς. ἀοιδῆς
Panyas. 12.13
;ἐν αὐλοῖς ς. Telest. 5 .
following along with, accompanying
συνοπᾱδός,όν, Ion.
συνοξ-ηδός,
A. following along with, accompanying, τοῖς ἀνθρώποις
Pl. Sph. 216b
; ψυχὴ θεῷ ς. γενομένη
Id. Phdr. 248c
; ξείνῳ ς. A.R. 4.745 ; ὄνειαρ ς. ἀοιδῆς
Panyas. 12.13
;ἐν αὐλοῖς ς. Telest. 5 .