συνορίνω [ῑ],
A. rouseorstir up, ἵνα οἱ σὺν θυμὸν ὀρίνῃς
Il. 24.467
:— Pass. , συνορινόμεναι κίνυντο φάλαγγες
4.332
;κέαρ συνορίνεται ἄτῃ is stirred up, agitated, A.R. 3.56 .
rouse
συνορίνω [ῑ],
A. rouseorstir up, ἵνα οἱ σὺν θυμὸν ὀρίνῃς
Il. 24.467
:— Pass. , συνορινόμεναι κίνυντο φάλαγγες
4.332
;κέαρ συνορίνεται ἄτῃ is stirred up, agitated, A.R. 3.56 .