LSJσυνορμάςGlossσυνορμάς , άδος , ἡ , = συνδρομάς, συμπληγάς , Simon. 22 (pl.).συνορμάς,άδος,ἡ,A.= συνδρομάς, συμπληγάς , Simon. 22 (pl.).ReferencesSimon. 22