συντέμνω, Ion.
συντελ-τάμνω
Hdt. 7.123 :fut. -τεμῶ:aor. -έτεμον:—
A. cut down, cut short, ξ. τὰς πρῴρας ἐς ἔλασσον
Th. 7.36
;ς. χιτῶνας cut out, shapethem, X. Cyr. 8.2.5 ;συντέμνει δ' ὅρος ὑγρᾶς θαλάσσηςthe seacuts short, terminates(my realm), A. Supp. 258 ;ς. τὰς πλεκτάνας cutthemoff, Alex. 187 , cf. 84 .
2. metaph., εἰς ἓν . . πάντα τὰ μέλη ξυντεμῶ
Ar. Ra. 1262
; τὸν ἐνιαυτὸν ς. εἰς μῆν' ἕνα
Philippid. 25.1
;τιμὰς ξ.abridgethem, A. Eu. 227 ; πόνους
E. Rh. 450
:— Med. , πάντα τοι ξυντέμνεται Κύπρις . . βουλεύματα
S. Fr. 941.16
.