συντίκτω,
A. procreate together,ἡ φύσις ἑκάστῃ ἡλικίῃ τὰ οἰκεῖα ξ. Aret. CD 1.4 ;ἐκ γενετῆς συντίκτεται αὐτοῖς τὰ σίνηSch. Ptol. Tetr. p.139b is.
procreate together
συντίκτω,
A. procreate together,ἡ φύσις ἑκάστῃ ἡλικίῃ τὰ οἰκεῖα ξ. Aret. CD 1.4 ;ἐκ γενετῆς συντίκτεται αὐτοῖς τὰ σίνηSch. Ptol. Tetr. p.139b is.