συντρέπω,
A. turn with, of the tides,θαλασσῶν συντρεπουσῶν ταῖς ἀνατολαῖς καὶ ταῖς δύσεσι(sc.τῆς σελήνης) τὰς ἰδίας ὁρμάς
Ptol. Tetr. 3
:— Pass. , ibid., Porph. in Ptol. 183 ;to be turned also, Aret. SD 1.5 : c. dat., τῷ σαρκιδίῳ
M.Ant. 10.24
;τῷ ἡλίῳ, of plants, Iamb. Protr. 21 .λή; συνετέτρεπτοis f.l. for συνετέτριπτο (corr. Reiske) in D.S. 15.17 .