σύρδην,Adv., (σύρω)
A. dragging, in a long line,Βαβυλὼν . . πάμμικτον ὄχλον πέμπει ς. A. Pers. 54 (anap.).
II. as if dragged along, violently,ς. ἅπαντα . . ἀναλῶσαι δορίE Rh. 58 ; τοῦ κονιορτοῦ ς. ἁπανταχόθεν ἐμπίπτοντος
Aristid. Or. 51(27).9
.
dragging, in a long line
σύρδην,Adv., (σύρω)
A. dragging, in a long line,Βαβυλὼν . . πάμμικτον ὄχλον πέμπει ς. A. Pers. 54 (anap.).
II. as if dragged along, violently,ς. ἅπαντα . . ἀναλῶσαι δορίE Rh. 58 ; τοῦ κονιορτοῦ ς. ἁπανταχόθεν ἐμπίπτοντος
Aristid. Or. 51(27).9
.