LSJσῡρίσδωGlossσῡρίσδω , v. συρίζω . συρίσκος , σύρισσος , ὁ , v. ὑρισός .σῡρίσδω,A.v. συρίζω .συρίσκος,σύρισσος,ὁ, v. ὑρισός .Related Lemmasσυρίσκοςσύρισσος