συρμ-αί̈ζω,
A. take an emeticorpurge, of the Egyptians, συρμαί̈ζουσι τρεῖς ἡμέρας ἐπεξῆς μηνὸς ἑκάστου, ἐμέτοισι θηρώμενοι τὴν ὑγιείην καὶ κλύσμασι
Hdt. 2.77
, cf. Ael. NA 5.46 , Ps.- Diocl. ap. Paul.Aeg. 1.100 .
take an emetic
συρμ-αί̈ζω,
A. take an emeticorpurge, of the Egyptians, συρμαί̈ζουσι τρεῖς ἡμέρας ἐπεξῆς μηνὸς ἑκάστου, ἐμέτοισι θηρώμενοι τὴν ὑγιείην καὶ κλύσμασι
Hdt. 2.77
, cf. Ael. NA 5.46 , Ps.- Diocl. ap. Paul.Aeg. 1.100 .