σύρρα,
A.
= σύν ῥα, Ζηνὸς δ' ἐνὶ γαστέρι ς. πεφύκει
Orph. Fr. 167 :σύρρα: ὁμόσε, εἰς τὸ αὐτό, Hsch.
σύρρα , = σύν ῥα, Ζηνὸς δ' ἐνὶ γαστέρι ς. πεφύκει Orph. Fr. 167 : σύρρα: ὁμόσε, εἰς τὸ αὐτό , Hsch.
σύρρα,
A.
= σύν ῥα, Ζηνὸς δ' ἐνὶ γαστέρι ς. πεφύκει
Orph. Fr. 167 :σύρρα: ὁμόσε, εἰς τὸ αὐτό, Hsch.