LSJσύρφος:Glossσύρφος: θηρίδιον μικρόν, ὁποῖον ἐμπίς (cf. σέρφος ?), Hsch.σύρφος: θηρίδιον μικρόν, ὁποῖον ἐμπίς(cf.σέρφος?), Hsch.