συσσοίη: ἡ ἀνεμπόδιστος φορά, Hsch.
συσσοῦμαι,pres. inf. συνσοῦσθαι: ἐπὶ τὸ αὐτὸ συμφέρεσθαι, Id.
συσσοίη: ἡ ἀνεμπόδιστος φορά , Hsch. συσσοῦμαι , pres. inf. συνσοῦσθαι: ἐπὶ τὸ αὐτὸ συμφέρεσθαι , Id.
συσσοίη: ἡ ἀνεμπόδιστος φορά, Hsch.
συσσοῦμαι,pres. inf. συνσοῦσθαι: ἐπὶ τὸ αὐτὸ συμφέρεσθαι, Id.