συστορνύω,
A. smooth out, στρωμάτων ἐξαναστὰς συνέλισσε αὐτὰ καὶ τὸν τύπον συνστόρνυε
Iamb. Protr. 21
. κθ́ ; ἐξανίσταμαι τὸν ἀμφιτάπητα συστορέσας
Diph. 51
: cf.συστρώννυμι.
smooth out
συστορνύω,
A. smooth out, στρωμάτων ἐξαναστὰς συνέλισσε αὐτὰ καὶ τὸν τύπον συνστόρνυε
Iamb. Protr. 21
. κθ́ ; ἐξανίσταμαι τὸν ἀμφιτάπητα συστορέσας
Diph. 51
: cf.συστρώννυμι.