LSJσφηκόςGlossσφηκός , ή , όν , = σφηκώδης 1 , S. Fr. 29 . = σφήκωμα 1 , Hsch.σφηκός,ή,όν,A.= σφηκώδης1 , S. Fr. 29 .II.= σφήκωμα1 , Hsch.References1S. Fr. 29Hsch.