σχενδυλόληπτοι: ἐσχενδυλῆσθαι ἔλεγον τοὺς ἐν τοῦς ταύροις(sic)ἀπὸ τοῦ χαλκευτικοῦ ὀργάνου, ὃ σχενδύλη λέγεται, Hsch.
σχενδυλόληπτοι:
Gloss
σχενδυλόληπτοι: ἐσχενδυλῆσθαι ἔλεγον τοὺς ἐν τοῦς ταύροις (sic) ἀπὸ τοῦ χαλκευτικοῦ ὀργάνου, ὃ σχενδύλη λέγεται , Hsch.