σχίζ-α,ης,ἡ, (σχίζω)
A. piece of wood cut off, lath, splinter, σχίζῃ δρυός
Od. 14.425
, cf. Ar. Pax 1032 : pl.,wood cleft small, esp.firewood,καῖε δ' ἐπὶ σχίζῃς [τοὺς μηρούς] Il. 1.462 , cf. PCair.Zen. 191.5
(iii B.C.), IG 22.1366.11 ; τὰ μὲν . . σχίζῃσιν ἀφύλλοισιν κατέκαιον
Il. 2.425
.
2. shaft, dart, LXX 1 Ki. 20.20 sq., 1 Ma. 10.80 , AP 6.282 ( Theod. ); so σχίζαι εἰς βέλη καταπαλτῶν
IG 22.1629.996
.