LSJσχινδάλᾰμοςGlossσχινδάλᾰμος , σχιζο-αλμός , ὁ , Att. for σκινδάλαμος (q.v.).σχινδάλᾰμος,σχιζο-αλμός,ὁ, Att. forσκινδάλαμος(q.v.).Related Lemmasσχιζο-αλμός