LSJσχίν-ειοςGlossσχίν-ειος [ ῑ], α , ον , = σχίνινος , Theognost. Can. 55 .σχίν-ειος[ῑ],α,ον,A.= σχίνινος , Theognost. Can. 55 .ReferencesTheognost. Can. 55