LSJσχοιν-ίςGlossσχοιν-ίς (B), ίδος [ῐ ], poet. fem. of σχοίνινος, σχοινίδι κύρτῃ Nic. Al. 625 .σχοιν-ίς(B),ίδος [ῐ], poet. fem. ofA.σχοίνινος, σχοινίδι κύρτῃNic. Al. 625.ReferencesNic. Al. 625