σωρ-εύω,
A. heapone thingonanother, τι πρός τι
Arist. Rh. 1390b18
; ἐπὶ τοῦ κοσκίνου τὰ τεθλιμμένα
Dsc. 4.150
; ἄλλον ἐπ' ἄλλῳ πλοῦτον
Luc. Epigr. 12.6
; ἄνθρακας ἐπὶ τὴν κεφαλήν τινος
LXX Pr. 25.22
, Ep.Rom. 12.20 ; περὶ τὸ σῶμα λάφυρα
Plu. Pel. 33
; νεκρούς
D.S. 12.62
; πλοῦτον
Id. 1.62
, cf. 5.46 , Phld. Oec. p.45
J. :— Pass. , Arist. GC 325b22 , Plb. 16.11.4 ; οὐσίας πλῆθος -εύεται