LSJσωτέοςGlossσωτέος , v. σωτέος . σωτεύματα: σωτρεύματα , Hsch.σωτέος,A.v. σωτέος .σωτεύματα: σωτρεύματα, Hsch.ReferencesHsch.Related Lemmasσωτεύματα: