LSJσωτηρ-ιᾰκόν:Glossσωτηρ-ιᾰκόν: τὸ εἰς ἐκφορὰν νεκροῦ διδόμενον , Hsch.σωτηρ-ιᾰκόν: τὸ εἰς ἐκφορὰν νεκροῦ διδόμενον, Hsch.