τάρῑχ-ος[ᾰ],ὁ ,τάρῑχος,εος,τό, andτάρῑχον,τό(v. sub fin.):—
A. dead body preserved by embalming, mummy, τεθνεὼς καὶ τάριχος ἐών
Hdt. 9.120
.
II. meat preserved by salting, pickling, drying, orsmoking, esp.driedorsmoked fish, τὸ ἕλκος . . φαίνεται ὥσπερ τάριχος
Hp. VC 19
; οὗ τὸ τάριχος ὤνιον
Ar. Eq. 1247
; τὸ πολὺ τάριχος
Id. Ra. 558
; θρῖον ταρίχους
Id. Ach. 1101
; τοῦ ταρίχους . . ἀξιωτέρα
Id. V. 491
; ἐπὶ τῷ ταρίχει
Id. Fr. 630