τάρσ-ωμα, Att.
τάρρωμα,ατος,τό,
A.
= ταρσός : pl., = οἱ στίχοι τῶν κωπῶν , Poll. 1.93 .
II.
= κωπηλασία , Ar. Fr. 868 .
τάρσ-ωμα , Att. τάρρωμα , ατος , τό , = ταρσός : pl., = οἱ στίχοι τῶν κωπῶν , Poll. 1.93 . = κωπηλασία , Ar. Fr. 868 .
τάρσ-ωμα, Att.
τάρρωμα,ατος,τό,
A.
= ταρσός : pl., = οἱ στίχοι τῶν κωπῶν , Poll. 1.93 .
II.
= κωπηλασία , Ar. Fr. 868 .