LSJτέθμιοςGlossτέθμιος , v. θέσμιος , τεθμός , v. θεσμός . τεθμοφούλαξ , v. θεσμοφύλαξ .τέθμιος,A.v. θέσμιος ,τεθμός, v. θεσμός .τεθμοφούλαξ, v. θεσμοφύλαξ .Related Lemmasτεθμόςτεθμοφούλαξ