LSJτεθριππο-βάμωνGlossτεθριππο-βάμων [ ᾱ], ονος , ὁ , = sq., τ. στόλος, = τέθριππον , E. Or. 989 (lyr.).τεθριππο-βάμων[ᾱ],ονος,ὁ ,=sq.,τ. στόλος,A.= τέθριππον , E. Or. 989 (lyr.).ReferencesE. Or. 989