τέλλω,aor.
A.
ἔτειλα
Pi. O. 2.70
:— Pass.
τέλλομαι:—poet. Verb, but used in Cretan Prose (v. infr.),accomplish, ἔτειλαν ὁδόν
Pi.
l.c.;performduties, rites, etc.,τέλλεμ(inf.) μὲν τὰ θῖνα καὶ τὰ ἀντρώπινα
Leg.Gort. 10.42
:— Med. ,τελλόμεναι χορόν, apparently = στελλόμεναι , PSI 10.1181.39 :— Pass. ,come into being, γένος φυτευθὲν λοιπὸν αἰεὶ τέλλετο
Pi. P. 4.257
; ὕμνοι ὑστέρων ἀρχὰ λόγων τέλλεται καὶ ὅρκιον
Id. O. 11(10).6
;ἐς χάριν τέλλεται turnsto good, ib. 1.76 ;ἀπὸ θεσφάτων ἀγαθὰ φάτις . . τέλλεταιcj. Emper. forστέλλεται, A. Ag. 1133 (lyr.); of the gadfly,οἷόν τε νέαις ἐπὶ φορβάσιν οἶστρος τέλλεται) = γίγνεται ) A.R. 3.277 ; ἠοῦς τελλομένης