τένθ-ης,ου,ὁ,
A. gourmand, Cratin. 320 (lyr.), Ar. Pax 1009 , 1120 , Cephisodorusap. Eus. PE 15.2 , Ath. 1.6c , 3.112b ; cf.προτένθης. (Expld. asλωποδύται, μοιχοί, Hsch. , but asοἱ λίχνοι, Id. s.v. τένδω; τ. δὲ ὁ λίχνος καὶ τὸ ἀπὸ παντὸς ἥδιστον θηρώμενος μεταφέρων αὐτὸ ἄλλοτ' ἐπ' ἄλλα
Anon. in EN 182.10 .)