LSJτέρεμνονGlossτέρεμνον , τό , v. τέραμνον . τέρεμνος , ον , = στερεός, στερρός , Hsch.τέρεμνον,τό,A.v. τέραμνον .τέρεμνος,ον, = στερεός, στερρός , Hsch.ReferencesHsch.Related Lemmasτέρεμνος