τέρυ: ἀσθενές, λεπτόν, Hsch.
τέρυας ἵππους: οὕτω λέγονται ὅσοι ἀδδηφάγοι εἰσί. ἔνιοι τοὺς ἀσθενεῖς, Id.τερύνης: τετριμμένος ὄνος, καὶ γέρων, ἢ δυσανάληπτος γέρων, Id.τερύσκ-εται: νοσεῖ, φθίνει, andτερμόν-ετο: ἐτείρετο, Id.
0-0. [Τε]ρφεῖος,ὁ, a month at Mytilene or Eresus, Inscr.Magn. 52.38 (restored by Bechtel Aeol. 62 ).