τετᾰμῐευμένως,Adv., (ταμιεύω)
A. frugally, sparingly, τ. χρῆσθαί τινι
D.H. Th. 51
;ἐπαινεῖν τὰς ἀρετάςib. 45 , cf. D.S. 10.9 .
frugally, sparingly
τετᾰμῐευμένως,Adv., (ταμιεύω)
A. frugally, sparingly, τ. χρῆσθαί τινι
D.H. Th. 51
;ἐπαινεῖν τὰς ἀρετάςib. 45 , cf. D.S. 10.9 .