τεῦχος,εος,τό, (τεύχω) prop.
A. tool, implement:—but mostly in pl.τεύχεα,
I. implements of war, armour, arms, freq. in Ep. ; more precisely,ἀρήϊα τεύχεα, πολεμήϊα τ., Il. 14.381 , 7.193 ;χρύσεια, χαλκήρεα, 10.439 , 15.544 ;ποικίλα, αἰόλα παμφανόωντα, μαρμαίροντα, 3.327 , 5.295 , 18.617 ; always of a warrior'swhole armour, harness, ἀρήϊα τεύχεα δύω
6.340
, cf. 7.193 , al.; ἐς τεύχε' ἔδυνον
Od. 24.498
; κατὰ τεύχε' ἔδυν
Il. 4.222
, cf. 6.504 , al.; Πάτροκλον περὶ τεύχεα ἕσσε
18.451
;ἀπέδυσε, ἐξεδύοντο, 4.532 , 3.114 , cf. 13.182 , al.; also χαλκήρεα τεύχε' ἀπ' ὤμων συλήσειν
15.544
; Ἕκτορι δ' ἥρμοσε τεύχε' ἐπὶ χροί̈
17.210