LSJτημελ-τημενίςGlossτημελ-τημενίς , v. τήβεννος . τήμερα , τήμερον , v. τήμερον .τημελ-τημενίς,A.v. τήβεννος .τήμερα,τήμερον, v. τήμερον .Related Lemmasτήμερατήμερον