LSJτῑμάοροςGlossτῑμάορος , ον , v. τιμωρός . τῑμάοχος , ον , v. τιμοῦχος .τῑμάορος,ον,A.v. τιμωρός .τῑμάοχος,ον, v. τιμοῦχος .Related Lemmasτῑμάοχος