τλήμων, Dor.
τλάμων[ᾱ],ονος,ὁ, ἡ: voc.
A.
τλῆμον
A. Pr. 614
, but ἰὼ τλάμων
S. Aj. 893
(lyr.);τλήμων ἀνήρ(ἄνερcodd.) E. Andr. 348 , cf. Hipp. 554 (lyr.): (Τλάω):—poet.Adj., used by X. and Aret. (v. infr.):
I. patient, steadfast, stout-hearted, ὁ τλήμων Ὀδυσεύς
Il. 10.231
, 498 (to whom aτλήμων θυμόςis ascribed, 5.670 );θαρσαλέοι καὶ τ. 21.430 ; ψυχὴν καὶ θυμὸν τλήμονα παρθέμενος
Tyrt. 12.18
; τλάμονι ψυχᾷ
Pi. P. 1.48
;τλήμονες, οἷον ἀγῶνα . . τελέσαντες . . ψυχὰς . . ὠλέσατ' Ath.Mitt. 57.142 (Athens,v.B.C.); τλήμων οὖς' ἀπ' εὐτόλμου φρενός