τοκ-ίζω, (
A.
τόκος
11.2
)lend on interest,
D. 45.70 ; μὴ τοκίζειν πλέονος ἢ τριῶν ὀδελῶν τὰν μνᾶν τοῦ μηνὸς Ϝεκάστου
Schwyzer 324.6
(Delph.,iv B. C.);τ. τόκον practiseusury, AP 11.309 ( Lucill. ):— Pass. , τοκίζεται αὐτῷ ἀργύριον
Hyp. Fr. 273
, cf. IG 9(1).694.12 , 29 (Corc.).