τολμ-ηρός,ά,όν, usual prose form forτολμήεις,
Antipho 3.3.1 , And. 1.110 , Lys. 7.19 , etc.;
A.
οἱ-ότατοι
Isoc. 3.21
; προθυμία-οτάτη
Th. 1.74
;τὸ τ. τινῶνtheirhardihood,ib. 102 ;τὸ -ότερονyourgreater daring,
Id. 2.87 ; τ. πολλὰ δρᾶν
Arist. EN 1117a2
; κἂν εἰ -ότερον εἰρῆσθαι
Pl. Sph. 267d
: also in Poets, E. Supp. 305 , Ar. Nu. 445 (anap.), Bion 1.60 ; ἀνοίας οὐδὲν -ότερον
Men. 738
; opp.εὔτολμος,
Id. Mon. 153 .Adv.