τομός,ή,όν, (τέμνω)
A. cutting, sharp,
Pl. Ti. 61e , Timo 4 ( Comp. ); v.l. for τολμηρόν in D. 25.24 ;ὁ μὲν σφαγεὺς ἕστηκεν ᾗ τομώτατοςas it willcut sharpest,
S. Aj. 815 .
2. metaph.,λόγος -ώτερος σιδήρουPs. Phoc. 124 . cf. Ep.Hebr. 4.12 ; of persons,οἱ -ώτατοιthesharpest, hottest,
Call. Fr. 78 codd.; ἐρέω τιτομώτερον ἣ ἀπὸ δάφνης
Id. Del. 94
codd.; πράξεις -ώτεραι
Luc. Tox. 11
; cf.τορός. Adv.
-μῶς sharply, clearly,
Hsch.
s.v. τμήδην.