τον-αῖος,α,ον, (τόνος)
A. stretched,
δρόμος
Suid.
, Zonar.
II. τοναία(sc.φωνή),ἡ,strained, loud voice,
Alex. 169 .
III. Τόναια,τά,
v. Τόνεα.
stretched,
τον-αῖος,α,ον, (τόνος)
A. stretched,
δρόμος
Suid.
, Zonar.
II. τοναία(sc.φωνή),ἡ,strained, loud voice,
Alex. 169 .
III. Τόναια,τά,
v. Τόνεα.